Ανοίγω τα ματόφυλλα
σαν να’ τανε παράθυρα στ’ ουρανού τ΄απέραντο.
Σ’ αναζητώ μα δε σε βρίσκω εκεί.
Ψάχνω στα βράχια,
κοφτερά είναι και χαρακώνουν την καρδιά μου,
μήπως σε βρω ανάμεσα στ’ αγριολούλουδα.
Μα και να ‘σουν εκεί θα σ’ είχε κάψει ο πάγος
ή θα σε είχε κλέψει κάποιο χέρι ανθρώπινο
που δεν αντιστάθηκε στην ομορφιά σου.
Προχωρώ, φτάνω σ’ ένα ερημοκλήσι.
Τη θάλασσα αγναντεύει και το μαστιγώνει ο αέρας.
Απόκοσμη ηρεμία που με τρομάζει.
Το λιβάνι ξεχύνεται τριγύρω,
μυρίζει τ’ άρωμα από τα μαλλιά σου.
Σε νιώθω γύρω μου,
μα δε σε βλέπω.
Εδώ κατοικείς;
Σου μιλώ και ξάφνου ένα φως με τυφλώνει.
Εκεί ανάμεσα σε άγιους και εικόνες,
μαζί με τους αγγέλους τριγυρνάς.
Δεν έχεις σώμα,
μα η ψυχή σου είναι παντού.
Σε βρήκα…
Ώρα να φύγω…
Τώρα που είδα ότι δεν είσαι μόνη
θα πάρω κι εγώ το δρόμο μου,
ως το δικό μου τέλος…

