Ο Αίσωπος ήταν μεγάλος παραμυθάς, που γύριζε τον κόσμο και διηγούνταν ιστορίες και παραμύθια και πες πες, έφτασαν και σε μας, μα κυρίως έφτασαν τα διδάγματα από κάθε παραμύθι !!!
Ένα από αυτά είναι και η αλεπού με τα σταφύλια που δεν φτάνει να τα φάει και απογοητευμένη τα απαξιώνει και λέει πως είναι ξινά και άνοστα κι έτσι λέμε τώρα …”όσα δε φτάνει η αλεπού”.
Μια φορά κι έναν καιρό
μια αλεπού περπάταγε
μέσα σε έναν αγρό
Το βλέμμα της το πονηρό
το βήμα της το ζωηρό
έψαχνε να φάει κάτι
να γεμίσει το στομάχι
Κι ως βρέθηκε σ’ αμπέλι εκεί,
σε τόπο δροσερό,
είδε σταφύλια όμορφα
να λάμπουν στον κορμό
Κρεμόντουσαν ψηλά πολύ,
σε κλήμα τεντωμένο,
με χρώμα μωβ λαχταριστό,
γλυκό και μαγεμένο
Τα κοίταξε με όρεξη
και πόθο δυνατό,
«Αυτά θα φάω!» σκέφτηκε
με ύφος ζωηρό.
Πετάχτηκε με δύναμη,
με άλμα τολμηρό,
μα δεν τα φτάνει ούτε καν
το κλίμα ειν’ ψηλό
Ξανά δοκίμασε με φόρα
με ζήλο και θυμό
μα πάλι έμεινε μακριά πολύ
απ’ τον γλυκό καρπό
Κουράστηκε και στάθηκε
με ύφος σκεπτικό
και αναστέναξε βαθιά
με βλέμμα σκυθρωπό
Τινάζει τότε την ουρά
με τρόπο ειρωνικό
και λέει λόγια ψεύτικα
στον ίδιο της τον εαυτό
Μπα, δεν τα θέλω εγώ αυτά
είναι άγουρα, ξινά
χωρίς καμιά ποιότητα
δεν έχουν νοστιμιά
Αξία δεν τους δίνω
δεν είναι για τα γούστα μου
κι αν μείνουνε και πέσουν
να τα μαζέψω, δε θα ‘ρθω
πες τους
Και δήθεν αδιάφορη
μα ο νους της να είναι εκεί
τα σάλια της να τρέχουνε
γύρισε, έκανε στροφή
Μια καρακάξα από ψηλά
σαν είδε τη σκηνή
τα γέλια έβαλε
και είπε με δυνατή φωνή
–Μα κυρά Μάρω μου καλή
δεν έφτασες ένα τσαμπί;
–Ήτανε άγουρα, ξινά,
είπε η αλεπού κι έφυγε στη στιγμή
Με βήμα βιαστικό
ήξερε μόνο αυτή το μυστικό
δεν έφτανε τόσο ψηλά
και είπε και λόγο κακό
Πως τάχα είναι άγουρα
άνοστα και ξινά.
Αχ και να ‘χε ένα μόνο
θα το ‘τρωγε με χαρά
Πήγε αλλού να ψάξει
για να ‘βρει φαγητό
και στη φωλιά της γύρισε
με ύφος και καημό
Δίδαγμα του Αισώπου:
Όσα δεν φτάνει η καρδιά
ποτέ να αποκτήσει,
τα λέει ανάξια πολλές φορές
να μην τα αναζητήσει

