Μια τρυφερή ιστορία για την καλοσύνη, τη συνεργασία και τη μαγεία, του να μοιράζεσαι !!
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος γεμάτο καστανιές, ζούσαν τρία μικρά σκιουράκια: ο Φουντούκος, η Καραμελίτσα και ο Σβούρας. Κάθε φθινόπωρο, το δάσος γέμιζε με μυρωδιές από ώριμα κάστανα, και οι σκίουροι έτρεχαν πάνω κάτω στα κλαδιά, γελώντας και μαζεύοντας προμήθειες για τον χειμώνα.
Μια μέρα, καθώς ο ήλιος έλαμπε μέσα από τα φύλλα, ο Σβούρας βρήκε ένα κάστανο διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα. Ήταν λαμπερό σαν αστέρι και μύριζε σαν βροχή μαζί και μέλι
«Κοιτάξτε τι βρήκα!» φώναξε στα αδέρφια του.
Ο Φουντούκος πλησίασε, το μύρισε και είπε:
«Αυτό το κάστανο πρέπει να είναι μαγικό!»
Τότε εμφανίστηκε πίσω από έναν κορμό η κουκουβάγια η Σοφία, που τα ήξερε όλα.
«Μικρά μου σκιουράκια,» είπε με τη βαθιά φωνή της, «αυτό είναι το Κάστανο της Ευχής. Μπορεί να πραγματοποιήσει μία επιθυμία, μα μόνο αν είναι για καλό όλων των ζώων του δάσους.»
Τα σκιουράκια κοιτάχτηκαν.
«Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε να έχουμε κάστανα για πάντα!» είπε ο Σβούρας.
«Ή να έχουμε μια φωλιά γεμάτη καραμέλες!» είπε η Καραμελίτσα.
Ο Φουντούκος όμως σκέφτηκε λίγο και είπε σιγανά:
«Αν έρθει βαρύς χειμώνας, τα ζωάκια που δεν έχουν τροφή θα πεινάσουν. Γιατί να μην ζητήσουμε να μη λείψει ποτέ φαγητό από κανέναν;»
Τα δύο αδερφάκια συμφώνησαν.
Έπιασαν το μαγικό κάστανο και είπαν με μια φωνή:
«Ευχόμαστε όλα τα ζώα του δάσους να έχουν πάντα τροφή και ζεστασιά!»
Το κάστανο άρχισε να λάμπει δυνατά και να στροβιλίζεται στον αέρα.
Την άλλη μέρα μόλις βγήκε ο ήλιος, οι καστανιές ήταν γεμάτες καρπούς, τα πουλάκια χαρούμενα τραγουδούσαν και το ρυάκι κυλούσε πιο ζωηρό από ποτέ.
Η κουκουβάγια χαμογέλασε.
«Η ευχή σας ήταν γεμάτη αγάπη και καλοσύνη. Από σήμερα, το δάσος των καστανιών θα είναι πάντα πλούσιο και φιλόξενο χάρη σε σας που βρήκατε το μαγικό κάστανο αλλά κυρίως κάνατε τη σωστή ευχή »
Έτσι τα τρία σκιουράκια έγιναν οι ήρωες του δάσους. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, όλα τα ζώα μαζεύονταν γύρω από τη μεγάλη καστανιά κι έκαναν μια μεγάλη γιορτή για να θυμούνται εκείνη την ευχή που έκανε το δάσος τους να καρποφορεί για πάντα … κι από τότε, όταν φυσάει ο άνεμος μέσα στα φύλλα, ακούγεται ψιθυριστά:
«Μοιράσου και θα έχεις πάντα περισσότερα.» 



Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα !!!

