Και ήρθε το μικράκι μυρμηγκάκι στην πόρτα μου.
Τακ τακ τακ
Ανοίγω κοιτάζω, δε βλέπω κανέναν και κλείνω.
Τακ τακ τακ, πάλι χτύπημα.
Ανοίγω κι ακούω μια φωνούλα χωμένη στο χαλάκι της πόρτας μου.
-Ποιος είναι; ρωτώ
-Εγώ είμαι, ένα πατημένο μυρμηγκάκι που δεν ξέρω που να πάω.
-Μα ποιος σε πάτησε καημένο μου;
-Ένα τεράστιο πέδιλο και στραμπούληξα το ποδαράκι μου, πώς θα πάω τώρα να μαζέψω σπόρους για την αποθήκη μας, ο αρχηγός θα με ψάχνει και εγώ δε μπορώ να κουνηθώ, άσε που είναι χάλια κι οι κεραίες μου και το σήμα δεν φεύγει …. Αχουχουου
Κι έβαλε κάτι κλάματα που μου έβρεξε το πόδι μου
Έσκυψα κι ανέβηκε στο δάχτυλό μου…
-Έλα μέσα του λέω να βρούμε μια λύση.
Και το έβαλα να καθίσει στο τραπέζι μαζί μου, τα ψίχουλα που υπήρχαν στο τραπεζομάντηλο άρχισε να τα μαζεύει με όση δύναμη είχε … Και το περίεργο δεν έφαγε κανένα.
Άρχισα τότε να το ρωτάω για να ξεχαστεί λιγάκι τι και πώς είναι η φωλιά τους ποιος κάνει τις μοιρασιές και πόσο πολύ κουράζονται όλοι, για να γεμίσουν τις αποθήκες τους για το χειμώνα.
Το μυρμηγκάκι μιλούσε συνέχεια και συγχρόνως μάζευε ψίχουλα, τα είχε κάνει ένα μικρό βουναλάκι.
Οι αποθήκες μας είναι τακτοποιημένες και καθαρές αλλά πρέπει να τις γεμίσουμε πριν αρχίσουν οι βροχές, όλοι βοηθάμε να μαζευτούν τα τρόφιμα.
Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου ξαφνικά μου λέει …
-Μπορείς σε παρακαλώ να με αφήσεις έξω στο χαλάκι σου, ήρθαν να με πάρουν..
-Μα ποιος ήρθε, ρωτάω με έκπληξη.
-Α έστειλα μήνυμα με τις κεραίες μου κι εδώ πάνω στο τραπέζι σου φαίνεται πως έπιασε καλύτερα απ’ έξω και έχουν μαζευτεί τ’ αδέρφια και οι φίλοι μου να με πάνε στη φωλιά μου, σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία …τους ακούς που κάνουν φασαρία; Είναι εδώ
Ανέβηκε στο δάχτυλό μου και άνοιξα την πόρτα, το χαλάκι γεμάτο μυρμήγκια που περίμεναν κοιτάζοντάς μας ανοίγοντας μια αγκαλιά για τον αδερφό τους
Τον αφήνω πάνω τους και δίπλα ρίχνω τα ψίχουλα “αγάπης” που μάζεψε το μυρμηγκάκι από το τραπεζομάντηλό μου…(σε λίγο δεν υπήρχαν, τα είχαν κουβαλήσει στη φωλιά τους)
-Στο καλό του λέω, καλή ανάρρωση!!
-Ευχαριστούμε είπαν όλα μαζί κι απομακρύνθηκαν
Μετά από λίγες μέρες στο χαλάκι μου βρήκα έναν λεμονανθό αλλά από κάτω ήταν το μυρμηγκάκι … παρά λίγο να το πατήσω ..
-Ήρθα να σε δω αλλά για πολύ λίγο, γιατί όπως ξέρεις εμείς τα μυρμήγκια δεν έχουμε καιρό για χάσιμο
-Μα δεν είναι χαμένος καιρός να μιλήσουμε λιγάκι να τα πούμε, είσαι ένας διαφορετικός, αλλιώτικος φίλος και έχει για μένα μεγάλη σημασία η παρέα σου.
-Με τιμά πολύ ο λόγος σου, αλλά ήρθα να σε ευχαριστήσω μου λέει, που μου άνοιξες την πόρτα σου και με φιλοξένησες αλλά κυρίως για τα “ψίχουλα αγάπης” που μας άφησες να κουβαλήσουμε … Το ξέρεις ότι γέμισαν ένα ντουλάπι; Στο δικό μας μέγεθος έτσι; Και γέλασε
-Σου έφερα κι ένα δώρο, σου έφερα “μυρωδιά αγάπης” …
Κι έφυγε …
-Να ξανάρθεις του λέω …
Ο λεμονανθός γέμισε την κουζίνα μου μυρωδιές !!
Παραμύθι Βάσσια Μητράκου, εικονογράφηση www.paidika-paramythia.gr

