O ποντικούλης της εξοχής κι ο ποντικούλης της πόλης – Ένα παραμύθι του Αισώπου σε μια άλλη εκδοχή – της Βάσσιας Μητράκου

Δύο ξαδερφάκια – ποντικούληδες, ο ένας από την ήσυχη εξοχή κι ο άλλος από τη λαμπερή πόλη, ανακαλύπτουν τις χαρές αλλά και τους φόβους που κρύβει η ζωή τους.
Από τον μικρό κήπο με ντοματούλες και σπανάκι, μέχρι τα πλούσια τραπέζια της πόλης. Η περιπέτειά τους θα τους δείξει τι αξίζει πραγματικά: η ηρεμία της φύσης ή η αγωνία της πολυτέλειας; 
Μια σύγχρονη εκδοχή του κλασικού παραμυθιού του Αισώπου !!                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           
Μια φορά κι έναν καιρό
Κάτω απ’ τη βελανιδιά, 
σε σπιτάκι ταπεινό,
ζούσε ένας ποντικούλης,
χαρούμενος κι απλός.
 
Με κηπάκι γεμάτο, 
ντοματούλες και σπανάκι,
ήταν πάντα ευτυχισμένος
κι ας μην είχε  παραδάκι.
 
Κάθε μέρα που ξυπνούσε 
με κελάηδισμα πουλιών,
έτρωγε ψωμί, τυράκι, 
δώρο φίλων χωρικών.
 
Η ζωή του ήσυχη κι απλή, 
με πολλά παιχνίδια,
Και γεμάτη από χαρά, 
με της φύσης τα στολίδια.
 
Μα μια μέρα ξαφνικά, 
ήρθε ο ξάδερφος απ’ την πόλη,
με σακίδιο στην πλάτη, κινητό 
κι έλεγε όλο «σόρρυ».
 
— Ξάδερφε, του είπε, 
πώς μπορείς και ζεις εδώ;
Δεν έχεις φώτα, μαγαζιά, 
ούτε Netflix στο λεπτό!
 
Έλα τώρα να σου δείξω 
τι θα πει ζωή μεγάλη,
με λιχουδιές, με θέατρα 
και βόλτες κάθε βράδυ.
 
Στην αρχή ο ποντικούλης  
δίστασε λιγάκι,
μα τον κέρδισε η ιδέα, 
να γνωρίσει το παλάτι.
 
Έτσι φτάνουν στην Αθήνα, 
φώτα, θόρυβοι, αμάξια,
κι ο μικρός της εξοχής 
άνοιξε διάπλατα τα μάτια.
 
Αυτό το σπίτι σαν παλάτι , 
κοίταζε και του γύρισε το μάτι ,
είχε πάνω στο τραπέζι 
φαγητά και πετιμέζι.
 
Πίτσες, γλυκά, σοκολατάκια, 
κι ένα φοντύ στη μέση,
ο ξενιτεμένος ποντικός 
σκέφτηκε «σα να μ’ αρέσει!»
 
Μα προτού καλά-καλά 
μια μπουκιά να δοκιμάσει,
μπιιιιιπ ακούγεται ξαφνικά, 
κι ο συναγερμός τη σιωπή σπάζει.
 
Μπαίνει μέσα ο νοικοκύρης, 
βαριά τα βήματά του,
κι ο κάθε ποντικός 
τρέχει να κρύψει την ουρά του
 
Κάτω από καναπέδες, 
πίσω από το ψυγείο,
τρέμει ο ποντικούλης, 
«πού μπλέξαμε, Θεέ μου;»
 
Με δυσκολία ξεφεύγουν, 
βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι,
κι ο μικρός της εξοχής 
απ’ το άγχος του λέει και βήχει:
— Ξάδερφε, ευχαριστώ 
για την πόλη και τα φώτα,
μα εγώ αγαπώ την ησυχία, 
το ψωμί μου και τα φτωχά τα χόρτα.
 
Εσείς εδώ έχετε πολλά, 
μα ζείτε με αγωνία,
ενώ εγώ χαίρομαι τη φύση 
και την κάθε αρμονία.
 
Γύρισε λοιπόν στο σπίτι, 
κάτω απ’ τη βελανιδιά,
κι έζησε ευτυχισμένος 
με τα λίγα και τα απλά
🌟 Δίδαγμα: του Αισώπου
Καλύτερα λίγα και ήσυχα,
παρά πολλά με φόβο και φασαρία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading...