Η γυναίκα στο παράθυρο – γράφει η Ελένη Μιχαηλίδου

Τη βλέπω μέρες τώρα, κάθε πρωινό να κοιτάζει από το παράθυρο. Να μένει εκεί για ώρες ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο κάπου που δεν μπορείς να προσδιορίσεις. Θαρρώ πως βλέπει προς τον ουρανό. Μια γυναίκα χλωμή, σίγουρα αρκετά νέα, αλλά τα χρόνια την αδίκησαν και πέρασαν βιαστικά από πάνω της. Για αρκετά λεπτά κρατά κλειστά τα βλέφαρα της αλλά είμαι σίγουρη πως δεν αποκοιμάται, απλά αγγίζει τις σκέψεις της.

Όταν φυσάει το αεράκι μια λευκή δαντέλα έρχεται και χαϊδεύει τα μαλλιά της. Δεν είναι η κουρτίνα. Πόσο παράξενο. Μοιάζει με ακριβή δαντέλα από νυφικό. Και ναι, μια μέρα το είδα. Ένα κατάλευκο νυφικό, αφημένο δίπλα στο παράθυρο.

Ποιον να προσμένει άραγε, κάθε μέρα εκεί, στην ίδια θέση;

Και πέρασαν οι μέρες και τα έμαθα όλα…

Το όνομα της Αριάδνη. Μόλις 32 χρονών, αλλά κανείς θα υπέθετε ότι ήταν τουλάχιστον 50. Τον αρραβωνιαστικό της περίμενε. Έλειπε σε ταξίδι, ήταν καπετάνιος και θα επέστρεφε για να παντρευτούν. Ήταν όλα έτοιμα. Κι εκείνο το υπέροχο της νυφικό. Το νυφικό με την κατάλευκη δαντέλα, που το έβλεπα να ανεμίζει και φανταζόμουν πόσο όμορφη θα ήταν εκείνη φορώντας το στον πρώτο χορό με τον άντρα της, λίγη ώρα μετά την ανταλλαγή των όρκων τους για αιώνια αγάπη. Όμως εκείνος δεν επέστρεψε … Η μάλλον, δεν επέστρεψε ζωντανός. Το άψυχό του σώμα μεταφέρθηκε για να ταφεί στην πατρίδα του, όταν εκείνος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια πειρατικής επίθεσης στο πλοίο, καθώς αυτό αρμένιζε κάπου στον Ατλαντικό ωκεανό. Ήταν ακριβώς μια εβδομάδα πριν από το γάμο τους.

Γνωρίστηκαν στα 20 τους χρόνια κι ερωτεύτηκαν βαθιά. Κάθε φορά τον περίμενε με τόση ανυπομονησία να γυρίσει, τώρα δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Έθαψε το κορμί του, στόλισε με λουλούδια το μνήμα του και δεν ξαναβγήκε από το σπίτι της.

Κάθε μέρα, εκεί στο παράθυρο να κοιτάζει τον ουρανό, ίσως γιατί της θύμιζε τη θάλασσα το χρώμα του, ίσως γιατί σχεδίαζε με τα μάτια της το μονοπάτι για να τον βρει κάπου ψηλά.

Και ένα ξημέρωμα, άφησε το σώμα της να πέσει από το παράθυρο, εξάλλου δεν είχε πια φτερά. Όμως η ψυχή της πέταξε, τον βρήκε και τον αγκάλιασε και δε θα ‘ναι κανείς από τους δυο πιά μόνος.

_____________________________________________________________________

Πηγή έμπνευσης για το κείμενο αυτό αποτέλεσε το υπέροχο καλλιτέχνημα της αγαπημένης φίλης Ισμήνης Νικολαΐδου και την ευχαριστώ θερμά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading...