Ο Θεόφιλος της λαϊκής μας μουσικής!!
Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1915 στα Τρίκαλα- από την πανέμορφη 16χρονη Βικτωρία και τον Κώστα Τσιτσάνη, Ηπειρώτες κι οι δύο – και πέθανε στο Λονδίνο στις 18 Ιανουαρίου 1984.
Δύσκολη η πορεία της ζωής του, από τα Τρίκαλα στην Αθήνα, η ζωή του στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της γερμανικής κατοχής και η επιστροφή του στην Αθήνα.
Με τις μαγικές του νύχτες και τους μαγευτικούς στίχους του, έγινε ιδιαίτερα γνωστός για την ευαισθησία του και την ονειροπόληση του.
Το τραγούδι που τον άφησε μετεξετασταίο στο μάθημα της Γεωγραφίας, ήταν το Φίνο ακρογιάλι για την Παραγουάη καθώς το έγραψε για να πειράξει τον καθηγητή του. Έτσι εκείνος του είπε ” ώστε Κε Τσιτσάνη η Παραγουάη έχει φίνο ακρογιάλι; Έλα το Σεπτέμβριο να μας το δείξεις”.
Τον έχουν μελετήσει ξανά και ξανά και θα συνεχίσουν να του αποδίδουν διάφορους χαρακτηρισμούς ως εθνικό κεφάλαιο με τα τραγούδια του Συννεφιασμένη Κυριακή, Αραπίνες, Αρχόντισσα, Όμορφη Θεσσαλονίκη…
Όταν λοιπόν πεθαίνει ο τσαρουχάς πατέρας του, ο έφηβος Τσιτσάνης, ιδιαίτερα μοναχικός και μελαγχολικός είχε ήδη κρυμμένα μέσα στα βιβλία του έτοιμα τραγούδια καθώς δεν του επέτρεπε ο πατέρας του να παίρνει το μαντολίνο (αργότερα το μετέτρεψε σε μπουζούκι ένας ντόπιος “τεχνικός”) που εκείνος έπαιζε, αλλά τον έστελνε στο ωδείο να μάθει βιολί.
Με τις παρέες του και για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του, ανέβαινε στις άμαξες των αριστοκρατών της τοπικής κοινωνίας κι έκανε καντάδες στους δρόμους των Τρικάλων, αλλά έφτανε η φήμη του και ως τις ταβέρνες της Καλαμπάκας.
Το όνειρο όμως της μητέρας Βικτωρίας ήταν να γίνει δικηγόρος κι έτσι μη θέλοντας να της χαλάσει το χατίρι ήρθε στην Αθήνα με σκοπό να μπει στη Νομική.
Όμως εδώ οι παρέες κι ίσως και το πεπρωμένο του, τον οδήγησαν σε στέκια όπου οι μεγάλες του επιρροές τότε ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο Ευάγγελος Παπάζογλου.
Στη συνέχεια όμως δε μιλάμε για επιρροές γιατί το έργο του ξεχώρισε με μια τελείως προσωπική του άποψη!!
Κι έτσι όταν ο εμφύλιος τελείωσε κι απελευθέρωσε το ρεμπέτικο όλοι οι θησαυροί του απογειώνονται.
Στου “Τζίμη του χοντρού” έκαναν την εμφάνισή τους για να τον ακούσουν όλοι οι διανοούμενοι της εποχής, Τσαρούχης, Μινωτής, Κούνδουρος, Καμπανέλλης, Χατζηδάκης και φυσικά ο Θεοδωράκης που είπε λίγα χρόνια μετά για τον Τσιτσάνη ” θα ήθελα να είμαι ένας ταπεινός μαθητής του, καθ’ ότι ο Τσιτσάνης είναι ο Θεόφιλος της λαϊκής μουσικής”
Αργότερα ο Γιάννης Τσαρούχης είπε, ” ο Τσιτσάνης είναι η μόνη απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό” κι ο Γιάννης Παπαϊωάννου με χιούμορ, ” ο Τσιτσάνης είναι νερό από την πηγή κι όχι από την ΟΥΛΕΝ”.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε τραγούδια που το καθένα κρύβει και μια ιστορία, είτε αγάπης είτε νοσταλγίας ή μοναξιάς και εμπόλεμης θλίψης, που όμως θα μείνουν για πάντα σαν πίνακες ζωγραφικής.
Ήξερε να περιγράφει τη γυναίκα όχι μόνο ως πρόσωπο, αλλά ως συναίσθημα, μυρωδιά, θύμηση, χαρακτηριστικό τραγούδι είναι η Αρχόντισσα που έγραψε για ενός φίλου του τη χαμένη κι ανεκπλήρωτη αγάπη.

Ο έρωτας στα τραγούδια του Τσιτσάνη συχνά είναι δυνατός, παθιασμένος, αλλά και επικίνδυνος.
Μπορεί να σε παρασύρει, να σε ξελογιάσει, να σε κάνει να ξεχάσεις τα πάντα, στο τραγούδι Νύχτες μαγικές κι ονειρεμένες.
Καθώς το σακάκι στον λαϊκό και ρεμπέτικο κόσμο εκφράζει το κύρος του ανθρώπου που όταν αρχίζει να φαίνεται πάνω του η φθορά του χρόνου, χάνεται μαζί του και ένα μεράκι …γράφει τον ύμνο Πάλιωσε το σακάκι μου.
Όμως έδωσε φωνή και στον προδομένο έρωτα.
Στον άνθρωπο που αγάπησε περισσότερο απ’ όσο πήρε πίσω με το τραγούδι του η Αχάριστη.
Κι όταν ο χρόνος μοιάζει να μην έχει σημασία κι ο έρωτας σε γεμίζει αγωνία ας καθαρίσουμε μια ώρα αρχύτερα … θα ερμηνεύσει υπέροχα Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα!
Ο Τσιτσάνης ύμνησε τη ζωή στις γειτονιές, στα καφενεία, στα μικρά σοκάκια …με το εκπληκτικό
Όταν συμβεί στα πέριξ.
Αλλά έγραψε και παιχνιδιάρικα καθώς ο έρωτας δεν είναι μόνο πόνος.
Είναι και χαμόγελο, ανεμελιά, παιχνίδι.
Και ο Τσιτσάνης το ήξερε καλά στου γιαλού τα Βοτσαλάκια κάθονται δυο Καβουράκια
Μας μιλάει και για ένα κορίτσι …που πλανεύτηκε…στις Ακρογιαλιές δειλινά.
Ένας τόπος, μια στιγμή, μια ανάμνηση μια πόλη που δε χρειάζεται συστάσεις γιατί έχει εκτόπισμα από μόνη της …αφού έζησε για πολλά χρόνια εκεί στην κατοχή και διατηρούσε και το ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ στην Όμορφη Θεσσαλονίκη.
Όμως το πιο συγκινητικό “ερωτικό” (σε εισαγωγικά) τραγούδι του Τσιτσάνη μιλάει για τις Κυριακές που δεν έχουν ήλιο αλλά και για τις συννεφιασμένες ζωές που μόνο εκείνος ξέρει πως ένοιωσε κι έγραψε τη Συννεφιασμένη Κυριακή.
Όταν όλα μοιάζουν δύσκολα,
ο Τσιτσάνης μας θυμίζει πως η ζωή μας θέλει χρόνο, πίστη υπομονή και επιμονή Κάνε λιγάκι υπομονή λοιπόν μας παροτρύνει.
Κατά την άποψή μου δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν το τραγούδι,
Της Γερακίνας γιος
μόνο οι ίδιοι του οι στίχοι
“μα γω δε ζω γονατιστός
είμαι της γερακίνας γιος”.
Η επόμενη έμπνευση του τραγουδιού αναδεικνύει την πρόσκαιρη παρέα, με την ταυτότητα παντελώς άγνωστη και τι σημασία έχει;
Δε ρωτώ ποια είσαι κι από πού κρατάς ούτε συ για μένα θέλω να ρωτάς
Ένας ευρηματικός Τσιτσάνης στο τραγούδι με πικάντικο και λαϊκορεμπέτικο σκοπό που θέλει να καθαρίσει τη θέση του σε μια ερωτική διαμάχη Θα κάνω ντου βρε πονηρή
Η στιχουργική ικανότητα του Τσιτσάνη είναι παραστατικότατη καθώς οι εικόνες και τα συναισθήματα περισσεύουν στην ιστορία που περιγράφει κάποιον που παρασύρεται ή αφήνεται να παρασυρθεί και να παραπλανηθεί τραγουδώντας Με παράσυρε το ρέμα
Και πολλά πολλά ακόμα όπως :
Φέρτε μου να πιω
Απόψε κάνεις μπαμ
Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι
Και βέβαια το μπρίο και οι χαρούμενες νότες περισσεύουν στο τραγούδι
Απόψε στις ακρογιαλιές
Όμως θα μου επιτρέψετε να κλείσω αυτό το αφιέρωμα στον αλληγορικό, συναισθηματικό και τρανό Βασίλη Τσιτσάνη με την πιο κάτω ιστορία από τις πολλές που έχουν όλα τα τραγούδια του.
Εκείνη την εποχή οι ερωτικές περιπτύξεις ανάμεσα σε πλούσιες και φτωχές τάξεις ήταν κατακριτέες, γινόντουσαν κρυφά από τους γονείς και κατέληγαν τις περισσότερες φορές σε χωρισμό.
Ένα βράδυ λοιπόν σε ένα κέντρο στον Πειραιά που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης, έπινε δακρυσμένο στο πρώτο τραπέζι ένα νεαρό αγόρι. Ο Τσιτσάνης το πλησίασε καθώς ήταν πάντα κοντά στο κοινό του κι εκείνο του εκμυστηρεύτηκε ότι θρηνούσε μια χαμένη αγάπη, η κοπέλα ήταν πλούσια κι εκείνος φτωχαδάκι και μέλλον δεν υπήρχε στη σχέση τους. Συγκινήθηκε με την ιστορία του νεαρού, εμπνεύστηκε και συνέθεσε το τραγούδι που επρόκειτο να γίνει μεγάλη επιτυχία και που προκαλεί ακόμα συγκίνηση σε κάθε ερμηνεία του, Κάποιο αλάνι απ’ το λιμάνι
Ο Τσιτσάνης το ρεμπέτικο το έκανε τέχνη καθώς έμπλεξε δυτικά μελωδικά στοιχεία με την πινελιά του, εμπλουτίζοντας την ορχήστρα με το πιάνο και το ακορντεόν και φυσικά έδωσε μεγάλη σημασία στο ρεφραίν!!
“Όποιος γεννιέται μερακλής
δεν ξέρει τι να κάνει “
Γράφει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο βιβλίο του ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ
“Όταν έφτιαχνα ένα τραγούδι, ζούσα δυο ζωές. Μια όταν το έγραφα και μια όταν το έπαιζα στον κόσμο, έλεγε ο Τσιτσάνης”.

