Μια φορά κι έναν καιρό το μήνα Φεβρουάριο, ο ουρανός πάνω από το δάσος με τις καστανιές, σκοτείνιασε.
“Έρχεται καταιγίδα” φώναξε η κουκουβάγια η Σοφία, καθώς πετούσε πάνω από τα δέντρα.
Τα σκιουράκια ο Φουντούκος, η Καραμελίτσα και ο Σβούρας έτρεξαν στη φωλιά τους για να προστατευτούν.
Όμως, πριν προλάβουν να μπουν μέσα, είδαν να αναβοσβήνει ένα φωτάκι πίσω από μια καστανιά.
Ήταν ένα πυγολαμπιδάκι, τόσο δα μικρό, που το φως του είχε σχεδόν σβήσει.
“Βοήθεια… έχασα το φως μου στη βροχή…” ψιθύρισε τρεμάμενα.
Η Καραμελίτσα το τύλιξε με ένα φύλλο καστανιάς για να το ζεστάνει.
Ο Φουντούκος είπε: τι θα κάνουμε πώς θα το βοηθήσουμε ;
“Πρέπει να το πάτε στη λίμνη του φεγγαριού, εκεί το φως ξαναγεννιέται” τους φώναξε από ψηλά η κουκουβάγια η Σοφία.
Αλλά η λίμνη ήταν μακριά, και η καταιγίδα έπεφτε δυνατά.
Ο Σβούρας, πάντα ο πιο τολμηρός, κούνησε την ουρά του και φώναξε:
“Τότε ας βιαστούμε πρέπει να προλάβουμε πριν πέσει η νύχτα”
Κι έτσι ξεκίνησαν, κάτω από τη βροχή και τον άνεμο.
Περπάτησαν μέσα από λασπωμένα μονοπάτια, δυσκολεύτηκαν στο ρυάκι γιατί είχε φουσκώσει από τα νερά.
“Πώς θα περάσουμε” ρώτησε η Καραμελίτσα.
Ο Σβούρας βρήκε έναν κορμό και τον έσπρωξε στο νερό.
“Θα κάνουμε μια σχεδία” είπε.
Με θάρρος και συνεργασία, τα τρία σκιουράκια κράτησαν το πυγολαμπιδάκι ασφαλές ώσπου έφτασαν στη λίμνη του φεγγαριού που έλαμπε ασημένια μέσα στη βροχή.
Το πυγολαμπιδάκι βούτηξε μέσα και ω!! του θαύματος άναψε ξανά, πιο λαμπερό από ποτέ.
“Σας ευχαριστώ” είπε χαρούμενο τι θα γινόμουν χωρίς τη βοήθειά σας. “Θα φωτίζω πάντα τον δρόμο σας όταν θα χάνεστε στο σκοτάδι”
Την επόμενη μέρα, ο ήλιος ξαναβγήκε, και τα σκιουράκια γύρισαν στη φωλιά τους κουρασμένα αλλά χαμογελαστά.
Η κουκουβάγια η Σοφία τους είπε:
“Μπράβο σας, μικρά μου! Μάθατε ότι ακόμα κι ένα μικρό φως μπορεί να φωτίσει μια μεγάλη καταιγίδα”
Αφού ξεκουράστηκαν έτρεξαν στον κήπο της φωλιάς τους για να παίξουν στα βρεγμένα φύλλα της καστανιάς τους.
Το πυγολαμπιδάκι ήρθε φωτεινό και χαρούμενο και τα συντρόφευε σε κάθε τους παιχνίδι. Κάθε φορά που η μέρα έπεφτε και ο ήλιος έδυε, το μικρός φως άναβε και πήγαινε μπροστά τους, δείχνοντας το δρόμο για ασφαλές παιχνίδι.
“Κοιτάξτε” φώναξε ο Φουντούκος. “Μπορούμε να παίξουμε και όταν σκοτεινιάζει”
Η Καραμελίτσα χόρεψε γύρω από τα δέντρα, ενώ ο Σβούρας έκανε μικρά άλματα πάνω σε πέτρες και κλαδιά. Το πυγολαμπιδάκι φώτιζε τη διαδρομή τους και η βροχή των προηγούμενων ημερών είχε αφήσει μικρές σταγόνες που λαμπύριζαν σαν διαμαντάκια.
Μια μέρα, καθώς εξερευνούσαν μια σκιερή γωνιά του δάσους, βρήκαν ένα μικρό πουλάκι που είχε χάσει τον δρόμο του. “Μην ανησυχείς, θα σε οδηγήσουμε σπίτι σου” είπε η Καραμελίτσα.
Και το φωτάκι, πετώντας μπροστά, φώτιζε το μονοπάτι για το πουλάκι, είχε μάθει πια πως να βοηθάει τους άλλους, αφού δέχτηκε κι εκείνο φροντίδα.
Έφτασαν στο δέντρο του πουλιού και το άφησαν με ασφάλεια στη φωλιά του.
“Βλέπετε” είπε η Σοφία η κουκουβάγια που παρακολουθούσε από ψηλά, “κάθε μικρό φως μπορεί να βοηθήσει κάποιον που είναι χαμένος ή φοβισμένος”
Τα σκιουράκια κοίταξαν το πυγολαμπιδάκι και χαμογέλασαν. “Έχει δίκιο η Σοφία. Το φως σου είναι πολύτιμο” είπαν όλοι μαζί.
Από εκείνη την ημέρα, το πυγολαμπιδάκι έγινε ο φύλακας του δάσους. Όταν κάποιος έχανε τον δρόμο του ή φοβόταν στο σκοτάδι, ο μικρός φίλος άναβε και φώτιζε τη διαδρομή. Τα σκιουράκια ένιωθαν περήφανα που είχαν βοηθήσει να σωθεί και να λάμψει ξανά.
Κάθε νύχτα, ο Φουντούκος, η Καραμελίτσα και ο Σβούρας κοιτούσαν το λαμπερό φωτάκι και θυμούνταν ότι ακόμα και το πιο μικρό φως μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά.
Κι εκείνο περνούσε απ’ τη φωλιά τους, λέγοντας “Καληνύχτα, φίλοι μου”

