Το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι – γράφει η Κατερίνα Στραβαρίδη

Έχετε ακούσει την ιστορία με το κόκκινο μπαλόνι?

Θα σας την πω εγώ, λοιπόν.

Ήταν ένα αγόρι πληγωμένο, ένα αγόρι που οι εσωτερικοί του δαίμονες δεν το άφηναν να δει την ομορφιά της ζωής,να ακούσει τον ήχο που κάνει ο ήλιος όταν ανατέλλει και ακουμπάει την θάλασσα.
Ήταν ένας δράκος που ζούσε στο σκοτάδι και έβγαινε από την κρυψώνα του μόνο τα βράδια ψάχνοντας να βρεί κάτι, ούτε ο ίδιος δεν ήξερε αυτό το «κάτι».
Έβγαζε κραυγές αντί φωτιά, μιλούσε με τις λέξεις και τις έπλαθε τόσο περίτεχνα, ώστε να μην μπορείς να διακρίνεις τον πόνο του.

Ήταν και ένα κορίτσι.
Ένα κορίτσι που και αυτό πάλευε με ένα τέρας μέσα της.
Είχε και εκείνη δαίμονες εσωτερικούς και εξωτερικούς.
Δεν έψαχνε πρίγκιπα να την σώσει γιατί κατά βάθος ήταν μια Αμαζόνα δυνατή.
Δεν ήξερε ούτε φανταζόταν πως έψαχνε έναν δράκο.

Ο δράκος,σε μια νυχτερινή βόλτα του,την είδε να κάθεται ξάγρυπνη στο παράθυρο της,με μια μελαγχολία στο βλέμμα της.

Της πέταξε ένα πετραδάκι στο τζάμι για να τον προσέξει.
Εκείνη, κοίταξε κάτω,του χαμογέλασε λίγο και τράβηξε τις κουρτίνες.

Ο δράκος, απογοητευμένος συνέχισε το νυχτερινό του ψάξιμο.

Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό.
Δύο χρόνια ο δράκος, εκεί πιστός με μια μοναδική αφοσίωση να περιμένει κάτι παραπάνω από το κορίτσι στο παράθυρο, πέραν του χαμόγελου.

Ένα βράδυ δεν εμφανίστηκε.
Το κορίτσι στο παράθυρο, ανησύχησε.
Έσκυψε κάτω αλλά πουθενά ο δράκος.

Κατέβηκε κάτω στον δρόμο.Στάθηκε για λίγο, κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά αλλά ο δράκος άφαντος.

Πικραμένη, γύρισε να μπει πάλι σπίτι.

Ανέβηκε πάνω και έκατσε στο παράθυρο, πιστεύοντας πώς έχασε για πάντα τον δράκο.

Ξαφνικά ακούει έναν θόρυβο.
Κοιτάει προς τα πάνω.
Ο δράκος.Ο δικός της δράκος πετούσε πάνω από το σπίτι της.
Ο δράκος της δεν έβγαζε πλέον κραυγές, έβγαζε φωτιά, όπως κάνει κάθε σωστός δράκος.

Εκείνη χαμογέλασε και έτρεξε προς την ταράτσα.

Τον βρήκε να την περιμένει.
Όχι ο δράκος όμως.
Το αγόρι.
Εκείνο το αγόρι που προστάτευε ο δράκος, εκείνο που ήταν ένα με τον δράκο τόσο καιρό.

Της χαμογέλασε και ήταν τόσο υπέροχο το χαμόγελο του.

Δεν κρατούσε ούτε λουλούδια, ούτε είχε άλογο.

Μόνο ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι.
Της το πρόσφερε λέγοντας της πως δεν έχει κάτι πιο πολύτιμο να της δώσει εκτός από το κόκκινο μπαλόνι.
Το μπαλόνι που κανένας ποτέ δεν εκτίμησε.
Το πρόσφερε όλη του την ζωή σε ανθρώπους αλλά τον κορόιδευαν.

Το χέρι του έτρεμε καθώς της το έδινε.
Δεν ήξερε αν το κορίτσι θα το δεχτεί με χαρά ή θα γελάσει όπως έκαναν και οι άλλοι.

Το κορίτσι χαμογελώντας δακρυσμένο, άπλωσε το χέρι του και πήρε το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι χωρίς όμως να αφήσει το αγόρι να πάρει το χέρι του.
«Θα το μοιραστούμε» ,»του είπε,»μόνο με αυτόν τον όρο θα το πάρω».

Και η μαγεία ξεκίνησε.
Η μέρα ξεκίνησε νωρίτερα,ο ήλιος ανέβηκε στον ουρανό λαμπερός σαν χρυσάφι.

Το αγόρι άρχισε να παρατηρεί γύρω όλη την ομορφιά της φύσης,τα χρώματα,τους ήχους.

Μα τίποτα δεν είχε τελειώσει ακόμα.

Το μπαλόνι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, τραβώντας μαζί του το αγόρι και το κορίτσι.

Χαμογελούσαν και οι δύο τόσο πολύ που θαρρείς πως το μπαλόνι σηκώνονταν πιο ψηλά παίρνοντας αέρα από τα χαμόγελα τους.

Έφτασαν τόσο ψηλά, που δεν τους έβλεπε πια ανθρώπινο μάτι.

Λένε, πώς καμία φορά τα βράδια με γεμάτο φεγγάρι,αν βγεις έξω και κοιτάξεις ψηλά μπορεί να τους δεις να περνάνε μπροστά του, αγκαλιά με το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι.

Με μια προϋπόθεση.
Να πιστεύεις στο θαύμα της αγάπης.
Περιοχή συνημμένων

Κατερίνα Στραβαρίδη

One thought on “Το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι – γράφει η Κατερίνα Στραβαρίδη

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός.

Loading...